
Ο Αδόλφος Χίτλερ και η άνοδος των Ναζί στην εξουσία, 1918–1933
Ο ηγέτης του Ναζιστικού Κόμματος, Αδόλφος Χίτλερ, έγινε καγκελάριος της Γερμανίας στις 30 Ιανουαρίου 1933. Στους μήνες που ακολούθησαν, οι Ναζί μετέτρεψαν τη Γερμανία από δημοκρατία σε δικτατορία. Η άνοδος του Χίτλερ και των Ναζί στην εξουσία δεν ήταν αναπόφευκτη· υπήρξε αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, όπως η χρονική συγκυρία, οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και η καθαρή τύχη.
Σημαντικά γεγονότα
-
1
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, το Ναζιστικό Κόμμα ήταν ένα μικρό, ριζοσπαστικό, δεξιό πολιτικό κίνημα που επιδίωκε την ανατροπή της γερμανικής δημοκρατίας. Τον Νοέμβριο του 1923, ο Χίτλερ και οι Ναζί προσπάθησαν να καταλάβουν την εξουσία με τη βία χωρίς επιτυχία.
-
2
Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, οι Ναζί άλλαξαν στρατηγική. Άρχισαν να συμμετέχουν ενεργά στις εκλογές, επιδιώκοντας να υπονομεύσουν τη γερμανική δημοκρατία εκ των έσω. Το Ναζιστικό Κόμμα άρχισε να συγκεντρώνει σημαντικό ποσοστό ψήφων στις εθνικές εκλογές τον Σεπτέμβριο του 1930.
-
3
Οι Ναζί χρησιμοποίησαν την πολιτική βία, την μαζική κινητοποίηση υποστηρικτών, την προπαγάνδα και τις πολιτικές ίντριγκες για να αποσταθεροποιήσουν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, να προσελκύσουν νέους οπαδούς και να καταλάβουν την εξουσία.
Ο Αδόλφος Χίτλερ και το Ναζιστικό Κόμμα ανήλθαν στην εξουσία στη Γερμανία στις 30 Ιανουαρίου 1933. Εκείνη την ημέρα, ο Γερμανός πρόεδρος Paul von Hindenburg διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο.Την περίοδο εκείνη, η Γερμανία κυβερνιόταν από μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, γνωστή ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε ιδρυθεί σχεδόν 15 χρόνια νωρίτερα, στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1914–1918). Αντικατέστησε τη Γερμανική Αυτοκρατορία (1871–1918), η οποία κατέρρευσε στο τέλος του πολέμου τον Νοέμβριο του 1918. Επρόκειτο για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, της οποίας το σύνταγμα εγγυόταν την ισότητα όλων των πολιτών ενώπιον του νόμου, καθώς και βασικές πολιτικές ελευθερίες, όπως την ελευθερία του λόγου, τη συνάθροιση και την ανεξιθρησκεία. Πολλοί Γερμανοί υποδέχτηκαν θερμά το τέλος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και την ίδρυση της νέας δημοκρατίας. Ωστόσο, άλλοι απέρριψαν τη δημοκρατία θεωρώντας τη παράνομη.
Ο Χίτλερ και οι Ναζί μισούσαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Θεωρούσαν την κοινοβουλευτική δημοκρατία αδύναμη μορφή διακυβέρνησης. Περιφρονούσαν τους ηγέτες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης για την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών τον Ιούνιο του 1919. Οι Ναζί ήταν επίσης αντισημίτες, δηλαδή εχθρικοί απέναντι στους Εβραίους. Υιοθέτησαν αντισημιτικές θεωρίες συνωμοσίας για το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, την ίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και τον κομμουνισμό. Κατηγόρησαν αβάσιμα τους Εβραίους για πολλά από τα μεταπολεμικά προβλήματα της Γερμανίας. Οροματίζονταν μια ισχυρή, αυταρχική Γερμανία χωρίς Εβραίους.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, το Ναζιστικό Κόμμα ήταν ένα μικρό, αντιδημοφιλές και αναποτελεσματικό πολιτικό κίνημα. Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας του 1930 η κατάσταση άλλαξε. Μέχρι τότε, η Μεγάλη Ύφεση είχε προκαλέσει σοβαρή οικονομική και πολιτική κρίση στη Γερμανία. Οι Ναζί αύξησαν τη δημοτικότητά τους επιτιθέμενοι στην κυβέρνηση της Βαϊμάρης την οποία χαρακτήριζαν αναποτελεσματική, και υποσχόμενοι την αποκατάσταση μιας ισχυρής Γερμανίας. Κατά τα επόμενα δυόμισι χρόνια, οι Ναζί εκμεταλλεύτηκαν αδίστακτα τα θεσμικά χαρακτηριστικά του δημοκρατικού συστήματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης για να κατακτήσουν την εξουσία. Αυτό κατέστη δυνατό λόγω τριών βασικών παραγόντων:
- της γνήσιας λαϊκής υποστήριξης προς τον Χίτλερ και το Ναζιστικό Κόμμα από μεγάλο μέρος του γερμανικού πληθυσμού από τα τέλη του 1929,
- της χειραγώγησης του γερμανικού δημοκρατικού συστήματος από διάφορους πολιτικούς ηγέτες, και
- των παρασκηνιακών δοσοληψιών του Προέδρου της Γερμανίας Paul von Hindenburg με έναν μικρό κύκλο δεξιών, αντιδημοκρατικών πολιτικών το 1932 και στις αρχές του 1933.
1918–1924: Το Ναζιστικό Κόμμα στο αντιδημοκρατικό πολιτικό περιθώριο
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης υπήρξε ασταθής κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της ύπαρξής της. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η νέα κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη τόσο με εσωτερικές όσο και με διεθνείς κρίσεις. Όπως πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Γερμανία αντιμετώπιζε εκτεταμένη πείνα, ασθένειες, εγκληματικότητα και πολιτικό εξτρεμισμό. Τα κομμουνιστικά κινήματα, εμπνευσμένα από την Επανάσταση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, προσέλκυσαν ορισμένους Γερμανούς και τρόμαξαν πολλούς άλλους. Σε αυτό το πλαίσιο μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1919 το Ναζιστικό Κόμμα. Την περίοδο εκείνη ήταν επισήμως γνωστό ως Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (Deutsche Arbeiterpartei, DAP).
Στόχοι και ιδεολογία του Ναζιστικού Κόμματος
Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, το Ναζιστικό Κόμμα ήταν ένα μικρό, ριζοσπαστικό, δεξιό αντισημιτικό πολιτικό κίνημα. Ο Αδόλφος Χίτλερ αναδείχθηκε σύντομα σε αδιαμφισβήτητο ηγέτη του κόμματος. Όπως προκύπτει από τις πρώτες ομιλίες του Χίτλερ και το πρόγραμμα του κόμματος (1920), οι Ναζί ήταν αντισημίτες, υπερεθνικιστές και αντιδημοκρατικοί. Ήταν επίσης έντονα αντικομμουνιστές.
Ο Χίτλερ και το Ναζιστικό Κόμμα επιδίωκαν την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και εγκαθίδρυση μιας αυταρχικής κυβέρνησης. Αρχικά , προσπάθησαν να καταλάβουν την εξουσία με τη βία. Έως τα τέλη του 1921, το κόμμα διέθετε ήδη μια παραστρατιωτική μονάδα, τα Τάγματα Εφόδου SA (Sturmabteilung), τα οποία υποστήριξαν το κόμμα και συμμετείχαν στις συγκρούσεις του. Η ρητορική και οι στόχοι του Ναζιστικού Κόμματος ήταν τόσο ακραίοι, ώστε το 1922 πολλά γερμανικά κρατίδια απαγόρευσαν το κόμμα θεωρώντας το απειλή για τη δημοκρατία.
Το Πραξικόπημα της Μπυραρίας
Στις 8 και 9 Νοεμβρίου 1923, ο Χίτλερ και άλλοι ναζιστές ηγέτες επιχείρησαν να καταλάβουν την εξουσία στο γερμανικό κρατίδιο της Βαυαρίας. Σχεδίαζαν να οργανώσουν πορεία προς το Βερολίνο και να ανατρέψουν τη γερμανική κυβέρνηση. Την περίοδο εκείνη, το Ναζιστικό Κόμμα αριθμούσε περίπου 55.000 μέλη.
Αυτή η απόπειρα πραξικοπήματος, γνωστή ως «Πραξικόπημα της Μπυραρίας», απέτυχε γρήγορα. Ο Χίτλερ συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία. Η δίκη του, ωστόσο, τον έκανε ευρύτερα γνωστό, ιδίως στους δεξιούς, εθνικιστικούς κύκλους. Ως απάντηση στην απόπειρα πραξικοπήματος, οι βαυαρικές αρχές απαγόρευσαν και διέλυσαν το Ναζιστικό Κόμμα, τα SA και τις ναζιστικές εφημερίδες.
1925–1929: Οι Ναζί δοκιμάζουν τη «νόμιμη» οδό
Κατά τη διάρκεια των μηνών που ο Χίτλερ ήταν στη φυλακή, η πολιτική και οικονομική κατάσταση στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης σταθεροποιήθηκε. Η γερμανική οικονομία ενισχύθηκε, το πολιτικό σύστημα λειτουργούσε, η τέχνη και ο πολιτισμός άνθισαν. Η περίοδος αυτή (1924–1929) αποκαλείται συχνά «χρυσή εποχή» της Βαϊμάρης.
Όταν ο Χίτλερ αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 1924, βρέθηκε μπροστά σε ένα νέο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Ναζί δεν θα μπορούσαν να πάρουν τον έλεγχο της Γερμανίας με τη βία. Έτσι, ο Χίτλερ αποφάσισε να αλλάξει στρατηγική. Αποφάσισε ότι το ναζιστικό κόμμα θα συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές και θα επιδίωκε τη μαζική λαϊκή υποστήριξη. Ο ίδιος ονόμασε αυτή την τακτική «νόμιμη οδό».
Δηλαδή, μπαίνουμε στο κοινοβούλιο για να εξοπλιστούμε με όπλα από το οπλοστάσιο της δημοκρατίας. Γινόμαστε μέλη του Κοινοβουλίου για να παρεμποδίσουμε τον τρόπο σκέψης της Βαϊμάρης.... Αν η δημοκρατία είναι αρκετά ανόητη, ώστε να μας δίνει δωρεάν εισιτήρια και επιδόματα για αυτήν την κακή υπηρεσία, αυτό είναι δική της υπόθεση. Δεν ανησυχούμε γι' αυτό. Θα χρησιμοποιήσουμε κάθε νόμιμο μέσο για να φέρουμε την επανάσταση στο κατεστημένο.
— Γιόζεφ Γκαίμπελς, ηγέτης των Ναζί στο Βερολίνο1
Η απόφαση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό του αντιδημοκρατικό ναζιστικού κινήματος. Ωστόσο, το Ναζιστικό Κόμμα είχε αλλάξει μόνο την πολιτική του τακτική, όχι τη βασική του ιδεολογία. Ο Χίτλερ και οι Ναζί συνέχισαν να περιφρονούν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, να απορρίπτουν τον κοινοβουλευτισμό και να απαιτούν τη δημιουργία αυταρχικού κράτους.
Οικοδόμηση της λαϊκής βάσης του κόμματος
Στις αρχές του 1925, η βαυαρική κυβέρνηση ήρε την απαγόρευση του Ναζιστικού Κόμματος. Ο Χίτλερ εργάστηκε συστηματικά για την ανασυγκρότηση και την ενοποίηση του κινήματος υπό τον έλεγχό του. Οι ναζιστές ηγέτες προσπάθησαν να αυξήσουν τον αριθμό των μελών του κόμματος, που είχε μειωθεί μετά το Πραξικόπημα της Μπυραρίας. Παράλληλα, ίδρυσαν νέες ναζιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις: τα SS (Schutzstaffel, Τάγματα Ασφαλείας) το 1925 και τη Χιτλερική Νεολαία το 1926.
Το 1928, οι ηγέτες των Ναζί δημιούργησαν μια κεντρική πολιτική οργάνωση που επέκτεινε την τη δράση των Ναζί σε ολόκληρη τη Γερμανία. Η νέα δομή του κόμματος αντιστοιχούσε στις εκλογικές περιφέρειες της χώρας, προκειμένου να διευκολυνθεί η προεκλογική εκστρατεία. Η αποτελεσματική οργάνωση του κόμματος από τη βάση συνέβαλε αργότερα στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.
Φτωχά εκλογικά αποτελέσματα για τους Ναζί, 1926–1928
Παρά τις προσπάθειές τους, οι Ναζί παρέμειναν μικρό και περιθωριακό κόμμα στα μέσα και στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ο ριζοσπαστικός αντισημιτισμός και ο αντιδημοκρατικός λόγος τους δεν έπειθαν μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων σε μια περίοδο σχετικής ευημερίας και σταθερότητας. Στις εκλογές των κρατιδίων το 1926 και το 1927, το Ναζιστικό Κόμμα συγκέντρωσε από 1,6% έως 2,5% των ψήφων. Στις 20 Μαΐου 1928, στις εκλογές για το Ράιχσταγκ (Εθνικό Κοινοβούλιο), έλαβε μόλις το 2,6% των ψήφων. Την ίδια περίοδο, το Ναζιστικό Κόμμα αριθμούσε περίπου 100.000 μέλη.
Μετά τις εκλογές του Μαΐου του 1928, ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός Χέρμαν Μύλλερ ανέλαβε καγκελάριος της Γερμανίας. Ηγήθηκε μιας κυβέρνησης ευρύτερου συνασπισμού,2 στην οποία συμμετείχαν πολλά πολιτικά κόμματα που υποστήριζαν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Οι προσπάθειες των Ναζί να κερδίσουν τις μεσαίες τάξεις, 1928–1929
Η απογοητευτική εκλογική επίδοση οδήγησε τους Ναζί σε αναθεώρηση της τακτικής τους. Στο παρελθόν, οι Ναζί είχαν προσπαθήσει να προσελκύσουν κυρίως τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης. Μετά τις εκλογές του Μαΐου του 1928, όμως, επικέντρωσαν τις προσπάθειες τους στους κατοίκους της υπαίθρου και στις μεσαίες τάξεις. Απευθύνθηκαν σε μικροεπιχειρηματίες, τεχνίτες, υπαλλήλους, αγρότες και εργάτες γης. Η νέα αυτή στρατηγική άρχισε να αποδίδει καρπούς, ιδίως όταν η γερμανική οικονομία αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες στις αρχές του 1929.
Ναζιστική προπαγάνδα, στοχευμένα μηνύματα και αντισημιτισμός
Ο Χίτλερ και άλλοι ναζιστές ρήτορες προσαρμόζαν προσεκτικά τις ομιλίες τους ανάλογα με το ακροατήριο. Με τον τρόπο αυτό, μπορούσαν να απαντούν σε τοπικές και περιφερειακές ανησυχίες, τόσο σε οικονομικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Οι Ναζί πρόβαλλαν ένα ουτοπικό εθνικιστικό όραμα, ελπίζοντας ότι αυτό το όραμα θα φαινόταν ελκυστικό σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και θα ένωνε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.
Το 1928, ο Χίτλερ και οι Ναζί άρχισαν να μετριάζουν δημόσια ορισμένες από τις πιο ακραίες αντισημιτικές θέσεις τους. Για παράδειγμα, σταμάτησαν να διακηρύσσουν ανοιχτά την πρόθεσή τους να στερήσουν από τους Εβραίους από το δικαίωμα της γερμανικής υπηκοότητας.
Παρόλα αυτά, ήταν ευρέως γνωστό ότι ο Χίτλερ και οι Ναζί μισούσαν τους Εβραίους. Οι ναζιστικές εφημερίδες συνέχισαν να τους στοχοποιούν και να διαδίδουν αντισημιτικές θεωρίες συνωμοσίας. Οι Γερμανοί άκουγαν συχνά ομάδες Ναζί να τραγουδούν αντισημιτικά τραγούδια και να φωνάζουν αντισημιτικά συνθήματα, όπως «Έξω οι Εβραίοι από τη Γερμανία» και «Τσακίστε τους Εβραίους». Έβλεπαν επίσης τους Ναζί να μποϊκοτάρουν και να βανδαλίζουν επιχειρήσεις εβραϊκής ιδιοκτησίας, καθώς και να ξυλοκοπούν και να επιτίθενται σε Εβραίους.
1930: Η κρίση της γερμανικής δημοκρατίας και η ναζιστική άνοδος
Η χρυσή εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έληξε στα τέλη του 1929, όταν η Μεγάλη Ύφεση έπληξε τη Γερμανία. Η ανεργία αυξήθηκε ραγδαία. Πολλοί Γερμανοί αισθάνθηκαν ότι η κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την κρίση. Παράλληλα, από το 1930, το Ναζιστικό Κόμμα άρχισε σταδιακά να συγκεντρώνει όλο και περισσότερες ψήφους.
Πολιτικό αδιέξοδο στη Γερμανία
Η οικονομική κρίση προκάλεσε σύντομα πολιτικό αδιέξοδο στη Γερμανία. Τα κόμματα που συμμετείχαν στην κυβέρνηση δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στον τρόπο αντιμετώπισης της επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης. Τον Μάρτιο του 1930, ο καγκελάριος Μύλλερ και ολόκληρη η κυβέρνησή του παραιτήθηκαν ύστερα από διαφωνία σχετικά με τη διαχείριση του επιβαρυμένου προγράμματος ασφάλισης ανεργίας της Γερμανίας.
Στη θέση του Μύλλερ (Σοσιαλδημοκράτη), ο Γερμανός πρόεδρος Paul von Hindenburg διόρισε καγκελάριο τον Heinrich Bruning. Ο Heinrich Bruning ήταν πολιτικός του Κόμματος του Κέντρου. Ο συντηρητικός Hindenburg επιθυμούσε μια δεξιά κυβέρνηση που να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με τις πολιτικές του αξίες. Κατόπιν εντολής του, η κυβέρνηση του Bruning απέκλεισε τους κεντροαριστερούς Σοσιαλδημοκράτες. Η αλλαγή αυτή σήμαινε ότι ο καγκελάριος Bruning δεν διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να στηρίξει την κυβέρνησή του.
Ο Bruning ηγήθηκε της πρώτης από μια σειρά προεδρικών κυβερνήσεων (Präsidialkabinette). Επρόκειτο για κυβερνήσεις χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, οι οποίες στηρίζονταν πρωτίστως στην πολιτική υποστήριξη του προέδρου Hindenburg.
Χρήση διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης για τη διακυβέρνηση Διακυβέρνηση με διατάγματα έκτακτης ανάγκης
Τον Ιούλιο του 1930, ο Hindenburg και ο Bruning εξέδωσαν έκτακτο διάταγμα για να επιβάλλουν έναν αποπληθωριστικό προϋπολογισμό παρά την αντίθεση του Κοινοβουλίου. Επικαλέστηκαν το άρθρο 48 του γερμανικού συντάγματος, το οποίο επέτρεπε στον Γερμανό πρόεδρο να λαμβάνει μέτρα χωρίς τη συναίνεση του Κοινοβουλίου σε περιπτώσεις εθνικής έκτακτης ανάγκης. Το Κοινοβούλιο, ασκώντας το συνταγματικό του δικαίωμα, ψήφισε εξαναγκάζοντας τον Hindenburg να ανακαλέσει το διάταγμα έκτακτης ανάγκης. Σε απάντηση, ο Hindenburg και ο Bruning διέλυσαν το κοινοβούλιο και προκήρυξαν νέες έκτακτες κοινοβουλευτικές εκλογές.
Η επιτυχία των Ναζί στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1930
Οι πρόωρες εθνικές κοινοβουλευτικές εκλογές είχαν προγραμματιστεί για τις 14 Σεπτεμβρίου του 1930. Ο Χίτλερ και οι Ναζί διεξήγαγαν επιθετική προεκλογική εκστρατεία. Το μήνυμά τους επικεντρώθηκε στην καταδίκη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης ως αδύναμης και αναποτελεσματικής.
Ο ηγέτης του Ναζιστικού Κόμματος στο Βερολίνο, Γιόζεφ Γκαίμπελς, συντόνισε την προπαγάνδα της πανεθνικής εκστρατείας, η οποία περιλάμβανε αφίσες, πορείες και συγκεντρώσεις. Κατά τον μήνα πριν από τις εκλογές, οι Ναζί πραγματοποίησαν δεκάδες χιλιάδες εκδηλώσεις σε ολόκληρη τη Γερμανία. Στις μεγάλες πόλεις, ο Χίτλερ μιλούσε σε μαζικές εκδηλώσεις ενώπιον χιλιάδων ανθρώπων. Ορισμένες από αυτές τις πολιτικές εκδηλώσεις κατέληξαν σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των Ναζί και των πολιτικών τους αντιπάλων, κυρίως των κομμουνιστών.
Τον Σεπτέμβριο του 1930, το Ναζιστικό Κόμμα συγκέντρωσε το 18% των ψήφων και αναδείχθηκε δεύτερο μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στο Κοινοβούλιο. Αν και οι Ναζί ενίσχυαν σταδιακά τη δύναμή ήδη για περισσότερο από έναν χρόνο, το εκλογικό αποτέλεσμα αιφνιδίασε πολλούς Γερμανούς και προκάλεσε σοκ σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Χίτλερ κατέστη πλέον σημαντικός παράγοντας της γερμανικής πολιτικής ζωής. Ο καγκελάριος Bruning, ωστόσο, αρνήθηκε να σχηματίσει σε κυβέρνηση συνασπισμού με το Ναζιστικό Κόμμα.
1931: Η κρίση της δημοκρατίας βαθαίνει
Το 1931, η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Γερμανίας συνέχισε να επιδεινώνεται. Η ανεργία αυξήθηκε, οι τράπεζες κατέρρευσαν και το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας βρέθηκε υπό ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος προκάλεσε ανησυχία σε πολλούς Γερμανούς.
Παρότι ο Χίτλερ είχε δεσμευτεί δημοσίως ότι θα ακολουθούσε την οδό της νομιμότητας, τελικός του στόχος ήταν η καταστροφή της γερμανικής δημοκρατίας. Οι Ναζί επιδίωξαν να διαταράξουν και να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα, ενώ ταυτόχρονα διακήρυσσαν ότι μόνο αυτοί μπορούσαν να αποκαταστήσουν τη σταθερότητα και την τάξη.
Διατάραξη και παρεμπόδιση των κοινοβουλευτικών εργασιών από το Ναζιστικό Κόμμα
Στο κοινοβούλιο, οι ναζιστές βουλευτές υιοθετούσαν σκόπιμα διασπαστικη και θορυβώδη συμπεριφορά. Αρνούνταν να υποστηρίξουν οποιοδήποτε μέτρο της κυβέρνησης Bruning και κατέθεταν τακτικά ψήφους δυσπιστίας. Παρεμπόδιζαν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες υποβάλλοντας άσχετες επερωτήσεις.
Ο Bruning προσπάθησε να παρακάμψει αυτά τα εμπόδια. Με την υποστήριξη του Hindenburg , προσέφυγε επανειλημμένα στο άρθρο 48 για να εκδώσει διατάγματα έκτακτης ανάγκης. Εφάρμοσε οικονομικά μέτρα που ελάχιστα συνέβαλαν στην ανακούφιση της ανεργίας ή στη στήριξη των φτωχών. Ως αποτέλεσμα, οι κομμουνιστές άρχισαν να τον αποκαλούν «Καγκελάριο της πείνας» (Hungerkanzler). Ο Bruning διέκοψε επίσης τις εργασίες του κοινοβουλίου για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Υπονόμευση της δημόσιας τάξης με πολιτική βία
Μέχρι το 1931, η πολιτική βία στους δρόμους της Γερμανίας είχε καταστεί ανεξέλεγκτη. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη των παραστρατιωτικών οργανώσεων που συνδέονταν με κόμματα από όλο το πολιτικό φάσμα. Η παραστρατιωτική οργάνωση του Ναζιστικού Κόμματος, τα SA, ήταν ιδιαίτερα ριζοσπαστική και βίαιη. Τα μέλη των SA συχνά κακοποιούσαν Εβραίους και κατέστρεφαν βιτρίνες εβραϊκών επιχειρήσεων. Συγκρούονταν συστηματικά με πολιτικούς τους αντιπάλους, κυρίως με κομμουνιστές, και σε αρκετές περιπτώσεις τους σκότωναν χωρίς δισταγμό. Αντίστοιχα, δεκάδες Ναζί σκοτώθηκαν από αντίπαλες ομάδες. Η γερμανική κυβέρνηση και οι αστυνομικές δυνάμεις απέτυχαν να ελέγξουν την πολιτική βία. Αυτό υπονόμευσε ακόμα περισσότερο την εμπιστοσύνη πολλών Γερμανών στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Κυβερνητικές προσπάθειες για την παύση των ταραχών
Οι ομοσπονδιακές και κρατιδιακές κυβερνήσεις προσπάθησαν να θέσουν ένα τέλος στο χάος που δημιουργούσαν οι Ναζί και οι κομμουνιστές. Το 1931, η κυβέρνηση Bruning εξέδωσε τέσσερα διατάγματα έκτακτης ανάγκης σχετικά με την πολιτική αναταραχή. Τα διατάγματα αυτά επέτρεπαν στις κυβερνητικές αρχές να περιορίζουν την ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι στο όνομα της δημόσιας ασφάλειας και τάξης. Για παράδειγμα, μπορούσαν να απαγορεύσουν τη χρήση πολιτικών στολών ή εμβλημάτων, να κατάσχουν εφημερίδες και να απαγορεύσουν ορισμένες συγκεντρώσεις.
Κανένα από αυτά τα μέτρα δεν ανέκοψε την άνοδο του ναζιστικού κινήματος. Στο τέλος του 1931, το Ναζιστικό Κόμμα αριθμούσε 806.294 μέλη και είχε σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στις τοπικές και κρατιδιακές εκλογές εκείνης της χρονιάς.
1932: Ένα έτος εκλογών και πολιτικών μηχανορραφιών
Το 1932 διεξήχθησαν πέντε σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις στη Γερμανία. Από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τον Νοέμβριο, πολιτικές συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις και πορείες κυριαρχούσαν στην καθημερινή ζωή της χώρας. Στις προεκλογικές τους εκστρατείες, οι Ναζί επιδίωκαν να καλλιεργήσουν την εντύπωση ότι αυτοί ήταν το μέλλον και ότι η νίκη τους ήταν αναπόφευκτη. Για να το επιτύχουν αυτό, αξιοποίησαν νέες τεχνολογίες, όπως τον ήχο και τα αεροπλάνα, δημιουργώντας πρωτοφανείς προεκλογικές εκστρατείες. Παρήγαγαν και διένειμαν ηχογραφήσεις προεκλογικών ομιλιών και πρόβαλλαν ταινίες με ήχο. Ο Χίτλερ προσέλκυσε έντονα την προσοχή των μέσων ενημέρωσης, καθώς ταξίδευε σε όλη τη Γερμανία με αεροπλάνο, επισκεπτόμενος πολλές πόλεις την ίδια ημέρα, εκφωνώντας σύντομες ομιλίες μπροστά σε πλήθη δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Πέρα από την προεκλογική εκστρατεία, ο Χίτλερ συχνά διαπραγματευόταν παρασκηνιακά με μια μικρή ομάδα δεξιών πολιτικών ελπίζοντας να μπει στην κυβέρνηση. Οι πολιτικοί αυτοί ήταν οι εξής:
- ο πρόεδρος Hindenburg και ο γιος του, Όσκαρ,
- ο επικεφαλής του επιτελείου του Hindenburg, Otto Meissner,
- ο στρατηγός Kurt von Schleicher,
- ο Alfred Hugenberg (ηγέτης του δεξιού Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος ή DNVP) και
- ο Franz von Papen.
Όπως και ο Χίτλερ, οι πολιτικοί αυτοί αντιτίθεντο στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, μισούσαν τους Σοσιαλδημοκράτες και φοβούνταν τον κομμουνισμό. Επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν τη δημοφιλία του Ναζιστικού Κόμματος για τους δικούς τους σκοπούς και ήταν πρόθυμοι να αγνοήσουν όσα στοιχεία του Ναζισμού και της προσωπικότητας του Χίτλερ θεωρούσαν δυσάρεστα. Συνεργάστηκαν με τον Χίτλερ και τους Ναζί για να επωφεληθούν από την κρίση στη Γερμανία. Μαζί υπονόμευσαν και τελικά κατέστρεψαν τη γερμανική δημοκρατία.
Οι επιλογές αυτής της μικρής ομάδας εξηγούν πώς και γιατί ο Χίτλερ κατάφερε να ανέλθει στην εξουσία.
Ο Χίτλερ θέτει υποψηφιότητα για πρόεδρος, Μάρτιος–Απρίλιος 1932
Το 1932 έληξε η πρώτη επταετής θητεία του προέδρου Hindenburg. Οι νέες προεδρικές εκλογές είχαν προγραμματιστεί για τις 13 Μαρτίου. Ο Χίτλερ αποφάσισε να τον αμφισβητήσει, ενώ ο Hindenburg έθεσε υποψηφιότητα για επανεκλογή απρόθυμα. Ο Hindenburg είχε την υποστήριξη πολλών πολιτικών κομμάτων από όλο το πολιτικό φάσμα.
Ο 42χρονος Χίτλερ παρουσιάστηκε ως η μοναδική ελπίδα για το μέλλον της Γερμανίας και τόνισε ότι το ναζιστικό κίνημα ήταν το κόμμα της νεολαίας. Στις ομιλίες του, ο Χίτλερ συχνά αναφερόταν στον 84χρονο Hindenburg ως «γέρο». Παράλληλα, επιτιθόταν συστηματικά στους Σοσιαλδημοκράτες (οι οποίοι είχαν αποφασίσει να υποστηρίξουν τον Hindenburg) και στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Στις 13 Μαρτίου, ο Hindenburg έλαβε λίγο λιγότερο από το 50% των ψήφων, χάνοντας οριακά την απόλυτη πλειοψηφία. Ο Χίτλερ συγκέντρωσε το 30% των ψήφων. Στις επαναληπτικές εκλογές της 10ης Απριλίου, ο Hindenburg επανεκλέχθηκε στην προεδρία με το 53% των ψήφων, ενώ ο Χίτλερ αύξησε το ποσοστό των ψήφων του σε κάτι λιγότερο από 37%.
Επιτυχία των Ναζί στις κρατιδιακές εκλογές στην Πρωσία, Απρίλιος 1932
Στις 24 Απριλίου διεξήχθησαν κοινοβουλευτικές εκλογές στην Πρωσία και σε πολλά άλλα γερμανικά κρατίδια. Οι εκλογές στην Πρωσία ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς επρόκειτο -με διαφορά- για το μεγαλύτερο γερμανικό κρατίδιο. Εκεί ζούσαν περίπου 38 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή σχεδόν το 60% του συνολικού πληθυσμού της χώρας.
Οι Ναζί συνέχισαν την προεκλογική τους εκστρατεία με πυρετώδεις ρυθμούς και εκμεταλλεύτηκαν τη δυναμική της προεδρικής αναμέτρησης. Οι Ναζί συγκέντρωσαν το 36% των ψήφων. Παρά το εντυπωσιακό αυτό αποτέλεσμα, οι Ναζί δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την εξουσία ή να συμμετάσχουν στην πρωσική κυβέρνηση. Αντιθέτως, ο κεντροαριστερός κυβερνητικός συνασπισμός παρέμεινε προσωρινά στην εξουσία ως υπηρεσιακή κυβέρνηση χωρίς πλειοψηφία στο πρωσικό κοινοβούλιο.
Αποπομπή του καγκελάριου Burning
Στα τέλη Μαΐου του 1932, ο Hindenburg απέπεμψε τον καγκελάριο Bruning. Η απομάκρυνσή του οφειλόταν τόσο στη δυσαρέσκεια του Hindenburg όσο και στις πολιτικές μηχανορραφίες του στενού κύκλου του Hindenburg. Στη θέση του Bruning, ο Hindenburg διόρισε τον Franz von Papen. Ο Papen ήταν πιο δεξιός και συντηρητικός από τον Bruning.και περισσότερο ευθυγραμμισμένος με τους στόχους του Hindenburg και των συμβούλων του.
Οι Ναζί υποστήριξαν τον διορισμό του Papen με αντάλλαγμα δύο παραχωρήσεις. Πρώτον, απαίτησαν την άρση της εθνικής απαγόρευσης των SA, που είχε επιβληθεί τον Απρίλιο από την κυβέρνηση του Bruning. Δεύτερον, ζήτησαν τη διεξαγωγή νέων έκτακτων κοινοβουλευτικών εκλογών. Ο Papen και ο Hindenburg συμφώνησαν. Η απαγόρευση των SA άρθηκε, το κοινοβούλιο διαλύθηκε και νέες εκλογές ορίστηκαν για τις 31 Ιουλίου. Με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών στην Πρωσία, θεωρούνταν σχεδόν βέβαιο ότι οι Ναζί θα σημείωναν μεγάλη επιτυχία.
Κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων, η απόφαση του Hindenburg να καθαιρέσει τον Bruning και να προκηρύξει νέες εκλογές υπήρξε μια από τις κρισιμότερες αποφάσεις αυτής της περιόδου. Συνέβαλε καθοριστικά στην άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Οι έκτακτες εκλογές όξυναν τις πολιτικές εντάσεις και δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε το Ναζιστικό Κόμμα να αναδειχθεί στο δημοφιλέστερο πολιτικό κόμμα της Γερμανίας.
Χτύπημα κατά της Δημοκρατίας: Ο καγκελάριος Franz von Papen και το πραξικόπημα στην Πρωσία
Μετά την άρση της απαγόρευσης των SA, η πολιτική βία στους δρόμους της Γερμανίας κλιμακώθηκε περαιτέρω. Ο Papen χρησιμοποίησε ένα αιματηρό επεισόδιο που προκλήθηκε από τα SA στην πρωσική πόλη Αλτόνα ως πρόσχημα για να αναλάβει τον έλεγχο της πρωσικής κρατικής κυβέρνησης. Ο Hindenburg και ο Papen υποστήριξαν ότι η πολιτική βία συνιστούσε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και επικαλέστηκαν το άρθρο 48 για να καταλάβουν την εξουσία στην Πρωσία. Ο Papen διορίστηκε Επίτροπος του Ράιχ (Reichskommissar) για την Πρωσία και απομάκρυνε από τις θέσεις τους τους αριστερούς και κεντρώους πολιτικούς.
Η αυταρχική αυτή κατάληψη της εξουσίας από τον Papen στην Πρωσία αποδυνάμωσε τον πλουραλισμό του ομοσπονδιακού συστήματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης3. Άνοιξε τον δρόμο για την κατάργηση της δημοκρατίας και τη δημιουργία μιας πιο αυταρχικής πολιτικής τάξης πραγμάτων στη Γερμανία. Αυτό θα είχε καθοριστικές συνέπειες έξι μήνες αργότερα, όταν ο Χίτλερ διορίστηκε καγκελάριος.
Οι εθνικές βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου 1932
Ενόψει των εκλογών του Ιουλίου του 1932, οι Ναζί ξεκίνησαν και πάλι με ζήλο την προεκλογική τους εκστρατεία, βασιζόμενοι στην προηγούμενη αντίστοιχη θεματολογία τους. Ένα από τα συνθήματά τους ήταν: «Γερμανία ξύπνα! Δώστε στον Αδόλφο Χίτλερ την εξουσία!» Οι Ναζί καταδίκασαν το Κομμουνιστικό Κόμμα και την κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Διέδιδαν το μήνυμά τους σε μαζικές συγκεντρώσεις μέσω αφισών, εφημερίδων και φυλλαδίων. Παρά τις προηγούμενες παρασκηνιακές δοσοληψίες τους, οι Ναζί επιτέθηκαν με σφοδρότητα και στο υπουργικό συμβούλιο του Papen.
Το Ναζιστικό Κόμμα συγκέντρωσε το 37% των ψήφων στις εκλογές της 31ης Ιουλίου 1932 και αναδείχθηκε το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στο κοινοβούλιο. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, ο Χίτλερ απαίτησε να διοριστεί καγκελάριος. Ο πρόεδρος Hindenburg αρνήθηκε. Τα τάγματα εφόδου (SA) είχαν γίνει όλο και πιο βίαια μετά τις εκλογές., γεγονός που ανησύχησε τον Hindenburg και τους συμβούλους του. Ο Χίτλερ αισθάνθηκε ταπεινωμένος και θυμωμένος και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση με οποιονδήποτε άλλο ρόλο.
Ένα κοινοβούλιο υπό την κυριαρχία των Ναζί
Μετά τις εκλογές του Ιουλίου, ο καγκελάριος Papen βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα εχθρικό κοινοβούλιο. Οι Ναζί και οι Κομμουνιστές κατείχαν περισσότερες από τις μισές έδρες. Τον Σεπτέμβριο του 1932, με την έγκριση του Hindenburg, ο Papen διέλυσε το κοινοβούλιο για να αποφύγει την κοινοβουλευτική ψήφο δυσπιστίας κατά της κυβέρνησής του. Προκηρύχθηκαν έκτακτες κοινοβουλευτικές εκλογές για τον Νοέμβριο.
Το Ναζιστικό Κόμμα χάνει ψήφους- εκλογές Νοεμβρίου 1932
Μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1932, οι Γερμανοί είχαν εξαντληθεί από τις συνεχείς προεκλογικές εκστρατείες. Ακόμη και οι Ναζί εμφανίζονταν κουρασμένοι και απαισιόδοξοι. Παρ᾽όλα αυτά, ο Χίτλερ συνέχισε την εκστρατεία του με πείσμα. Επιτέθηκε στον Papen χαρακτηρίζοντάς τον αντιδραστικό και καταδίκασε τα φιλοεπιχειρηματικά οικονομικά του μέτρα. Μια αφίσα της εκστρατείας παρουσίαζε τον Χίτλερ ως την «τελευταία ελπίδα του έθνους».
Οι εκλογές της 6ης Νοεμβρίου του 1932 αποτέλεσαν σημαντική υποχώρηση για το Ναζιστικό Κόμμα. Η συμμετοχή των ψηφοφόρων ήταν χαμηλότερη. Οι Ναζί συγκέντρωσαν το 33% των ψήφων, ποσοστό 4% λιγότερο από τον Ιούλιο. Η εικόνα του δυναμικού και αήττητου πολιτικού κινήματος άρχισε να καταρρέει.
Πολλοί Γερμανοί και διεθνείς παρατηρητές θεώρησαν ότι τα αποτελέσματα αυτά σήμαιναν την κατάρρευση του Ναζιστικού Κόμματος. Ωστόσο, στην πράξη δεν άλλαξαν ουσιαστικά την ισορροπία δυνάμεων. Το Ναζιστικό Κόμμα παρέμεινε το μεγαλύτερο κόμμα στο κοινοβούλιο και ο Χίτλερ εξακολουθούσε να αρνείται να συμβιβαστεί, επιμένοντας να διοριστεί καγκελάριος με τους δικούς του όρους. Το πολιτικό αδιέξοδο συνεχιζόταν, καθώς κανένα από τα πολιτικά κόμματα δεν μπορούσε να σχηματίσει σταθερό κυβερνητικό συνασπισμό.
Διαπραγματεύσεις στο παρασκήνιο
Στις αρχές Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος Hindenburg διόρισε καγκελάριο τον στρατηγό Kurt von Schleicher, παλαιό του σύμμαχο. Ωστόσο, έχασε σύντομα την εμπιστοσύνη του Hindenburg και απέτυχε να δώσει βιώσιμη λύση στο πρόβλημα της διακυβέρνησης.
Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1932 και καθ' όλη τη διάρκεια του Ιανουαρίου του 1933, ο Papen εργάστηκε παρασκηνιακά για την ανατροπή της κυβέρνησης του καγκελάριου Schleicher. Πίεσε τον Hindenburg να διορίσει τον Χίτλερ καγκελάριο. Αρχικά, ο πρόεδρος αντιστάθηκε, αλλά ο Papen κινητοποίησε στενούς συνεργάτες του Hindenburg και άλλους συντηρητικούς, αντιδημοκρατικούς πολιτικούς για να τον πείσουν. Στα τέλη Ιανουαρίου, η ομάδα αυτή έπεισε τελικά τον Hindenburg. Ο Hindenburg διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο στις 30 Ιανουαρίου. Ο Hindenburg και οι σύμβουλοί του, κυρίως ο Papen, πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν τον Χίτλερ και να περιορίσουν τη δύναμή του.
1933: Ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν γρήγορα το 1933. Μέσα στον μήνα Ιανουάριο, ο Χίτλερ πέρασε από τη θέση ενός αποτυχημένου υποψηφίου σε εκείνη του καγκελάριου της Γερμανίας. Από τη θέση αυτή, έσπευσε να υλοποιήσει τις προεκλογικές του υποσχέσεις και να μετατρέψει τη Γερμανία από δημοκρατία σε δικτατορία.
Το πρώτο υπουργικό συμβούλιο του Χίτλερ
Ο Χίτλερ ηγήθηκε μιας δεξιάς κυβέρνησης συνασπισμού μεταξύ του Ναζιστικού Κόμματος και του Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος (DNVP). Αντικαγκελάριος ανέλαβε ο Franz von Papen. Εκτός από την καγκελαρία, ο Χίτλερ απαίτησε αρχικά να καλυφθούν δύο θέσεις του υπουργικού συμβουλίου με πολιτικούς του Ναζιστικού Κόμματος. Ο Wilhelm Frick διετέλεσε Υπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος για την ασφάλεια και την αστυνομία. Ο Hermann Göring έγινε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου. Όλες τις υπόλοιπες θέσεις του υπουργικού συμβουλίου καλύφθηκαν από μη ναζιστές πολιτικούς.
Κατόπιν απαίτησης του Χίτλερ, ο Hindenburg διέλυσε το κοινοβούλιο και προκήρυξε νέες εκλογές. Ήταν οι τρίτες κοινοβουλευτικές εκλογές μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο.
Τα πρώτα βήματα από τη δημοκρατία στη δικτατορία
Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, ο Αδόλφος Χίτλερ ήταν καγκελάριος της Γερμανίας, αλλά δεν ήταν ακόμη δικτάτορας. Το σύνταγμα της δημοκρατικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης παρέμενε σε ισχύ. Ωστόσο, ο Χίτλερ και άλλοι ηγέτες των Ναζί ήταν έτοιμοι να εκμεταλλευτούν κάθε ευκαιρία και κάθε νομικό κενό για να μετατρέψουν το πολίτευμα σε δικτατορία.
Στα τέλη Φεβρουαρίου, το κτίριο του γερμανικού κοινοβουλίου πυρπολήθηκε και καταστράφηκε. περισσότερη εξουσία. Οι Ναζί αξιοποίησαν την πυρκαγιά για να ενισχύσουν την εξουσία τους. Ο Χίτλερ έπεισε τον Hindenburg να ενεργοποιήσει το άρθρο 48 για να θέσει σε ισχύ το Διάταγμα για τον Εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Το πρώτο άρθρο του διατάγματος ανέστειλε επ' αόριστον τις πολιτικές ελευθερίες και τις νόμιμες διαδικασίες. Το δεύτερο άρθρο επέτρεπε στην εθνική κυβέρνηση να αναλάβει τον έλεγχο των κυβερνήσεων των κρατιδίων, όπως είχε κάνει κάποτε ο Papen στην Πρωσία. Με βάση το διάταγμα αυτό, οι Ναζί άρχισαν να τρομοκρατούν τους πολιτικούς τους αντιπάλους (συμπεριλαμβανομένων των βουλευτών), να επεκτείνουν τις εξουσίες της αστυνομίας και να δημιουργούν στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Οι τελευταίες πολυκομματικές εκλογές, 5 Μαρτίου 1933
Οι κοινοβουλευτικές εκλογές του Μαρτίου του 1933 διεξήχθησαν σε μια ατμόσφαιρα εκφοβισμού και τρομοκρατίας των Ναζί εις βάρος των αριστερών πολιτικών τους αντιπάλων. Πριν από τις εκλογές, οι Ναζί συνέλαβαν τους περισσότερους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του κόμματος Ernst Thälmann. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε το Διάταγμα για τον Εμπρησμό στο Ράιχσταγκ για να περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα των Σοσιαλδημοκρατών και των Κομμουνιστών να διεξαγάγουν προεκλογική εκστρατεία.
Στις εκλογές, το Ναζιστικό Κόμμα συγκέντρωσε σχεδόν το 44% των ψήφων, ενώι συντηρητικοί εταίροι τους στον κυβερνητικό συνασπισμό έλαβαν 8%. Συνολικά, το αποτέλεσμα αυτό εξασφάλισε στην κυβέρνηση του Χίτλερ κοινοβουλευτική υποστήριξη άνω του 50%. Ωστόσο, ακόμη και υπό συνθήκες καταπίεσης και τρομοκρατίας, οι Σοσιαλδημοκράτες έλαβαν 18% και οι Κομμουνιστές 12%. Οι εκλογές του Μαρτίου του 1933 ήταν οι τελευταίες πολυκομματικές εκλογές στη Γερμανία έως το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Νόμος Εξουσιοδότησης, 23 Μαρτίου 1933
Στις 23 Μαρτίου, το νεοεκλεγέν κοινοβούλιο ψήφισε τον Νόμο Εξουσιοδότησης. Ο νόμος αυτός παρείχε στον καγκελάριο Χίτλερ την εξουσία να θεσπίζει νόμους χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου. Βάσει του νόμου αυτού, ο Χίτλερ μπορούσε να εκδίδει ακόμη και νομοθεσία που παραβίαζε το Σύνταγμα.
Για να διασφαλίσουν την ψήφισή του, ο Χίτλερ και το Ναζιστικό Κόμμα εκφόβισαν, καταδίωξαν ή/και συνέλαβαν πολλούς εκλεγμένους αντιπροσώπους. Ο Νόμος Εξουσιοδότησης ψηφίστηκε μόνο και μόνο επειδή η ναζιστική κυβέρνηση κατέστειλε και εκφόβισε τα άλλα πολιτικά κόμματα και παραβίασε τους κοινοβουλευτικούς κανόνες.
Ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τις εξουσίες που του παραχωρήθηκαν με τον Νόμο Εξουσιοδότησης για να μετασχηματίσει περαιτέρω τη Γερμανία. Στις 7 Απριλίου, η ναζιστική κυβέρνηση έθεσε σε ισχύ τον Νόμο περί Αποκατάστασης του Επαγγελματικού Δημοσίου Υπαλληλικού Σώματος. Ο νόμος αυτός επέτρεπε στην κυβέρνηση να απολύει κρατικούς υπαλλήλους για πολιτικούς λόγους ή λόγω της εβραϊκής τους καταγωγής. Σύντομα ακολούθησαν πολλά άλλα μέτρα που καθιέρωσαν τις διακρίσεις και τη δικτατορική διακυβέρνηση.
Τον Ιούλιο του 1933, το Ναζιστικό Κόμμα ανακηρύχθηκε το μοναδικό νόμιμο πολιτικό κόμμα στη Γερμανία.
1934: Ο Χίτλερ γίνεται δικτάτορας
Η κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1934, με τον θάνατο του προέδρου Paul von Hindenburg. Ένας νέος νόμος συνένωσε τα αξιώματα του προέδρου και του καγκελάριου και παραχώρησε στον Χίτλερ τις εξουσίες και των δύο. Ο Χίτλερ αναδείχθηκε έτσι σε απόλυτο δικτάτορα της Γερμανίας. Δεν υπήρχαν πλέον νομικά ή συνταγματικά όρια στην εξουσία του.