
Αναγκαστική Στείρωση: Μια Μορφή Ναζιστικής Δίωξης
Η αναγκαστική στείρωση αποτέλεσε βασική μορφή ναζιστικής δίωξης και εργαλείο της ναζιστικής γενοκτονίας. Μεταξύ των ετών 1933 και 1945, το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας υπέβαλε σε αναγκαστική στείρωση εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Οι Ναζί θεωρούσαν τα άτομα αυτά φυλετικά κατώτερα ή βιολογικά ελαττωματικά. Στόχος τους ήταν να αποτρέψουν τη μεταβίβαση των υποτιθέμενων κατώτερων φυλετικών ή γενετικών χαρακτηριστικών τους στις μελλοντικές γενιές.
Σημαντικά γεγονότα
-
1
Μεταξύ των ομάδων που υπέστησαν αναγκαστική στείρωση κατά τη ναζιστική περίοδο ήταν άτομα με νοητικές ή σωματικές αναπηρίες, Ρομά και άλλα άτομα που χαρακτηρίστηκαν υποτιμητικά ως «Τσιγγάνοι», καθώς και Μαύροι και άτομα μικτής φυλετικής καταγωγής στη Γερμανία.
-
2
Στη ναζιστική Γερμανία, η αγγειεκτομή αποτελούσε τη συνήθη μέθοδο στείρωσης για τους άνδρες. Για τις γυναίκες, η συνηθέστερη μέθοδος ήταν η απολίνωση των σαλπίγγων.
-
3
Στο Auschwitz και σε άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι γιατροί πραγματοποίησαν απάνθρωπα πειραματικά προγράμματα στείρωσης σε εκατοντάδες κρατούμενους χωρίς τη συναίνεσή τους.
Η αναγκαστική στείρωση αποτέλεσε μορφή ναζιστικής δίωξης και εργαλείο της ναζιστικής γενοκτονίας. Η στείρωση είναι μια ιατρική διαδικασία που εμποδίζει ένα άτομο να αποκτήσει απογόνους. Ως αναγκαστική στείρωση ορίζεται η πραγματοποίηση αυτής της ιατρικής διαδικασίας χωρίς την έγκυρη συναίνεση του ατόμου.
Από το 1933 έως το 1945, το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας υπέβαλε βίαια σε στείρωση ανθρώπους που θεωρούσε φυλετικά κατώτερους ή βιολογικά ελαττωματικούς. Στόχος των Ναζί ήταν να αποτρέψουν τη μεταβίβαση των υποτιθέμενα κατώτερων φυλετικών ή γενετικών χαρακτηριστικών τους στις επόμενες γενιές. Το ναζιστικό καθεστώς υπέβαλε σε αναγκαστική στείρωση εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Μεταξύ αυτών ήταν άτομα με αναπηρίες, Ρομά και Μαύροι που ζούσαν στη Γερμανία. Οι ναζιστές ηγέτες πίστευαν ότι οι άνθρωποι αυτοί αποτελούσαν απειλή για την υγεία, τη δύναμη και την «καθαρότητα» της λεγόμενης «Άριας φυλής».
Στη ναζιστική Γερμανία, η αγγειεκτομή αποτελούσε τη συνήθη μέθοδο στείρωσης για τους άνδρες, ενώ για τις γυναίκες η συνηθέστερη μέθοδος ήταν η απολίνωση των σαλπίγγων. Το ναζιστικό καθεστώς υπέβαλε επίσης σε ευνουχισμό ορισμένους άνδρες που κατηγορούνταν για ομοφυλοφιλία ή για συγκεκριμένα σεξουαλικά εγκλήματα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γιατροί των SS διεξήγαγαν απάνθρωπα πειράματα στείρωσης σε κρατούμενους των στρατοπέδων συγκέντρωσης του Auschwitz και του Ravensbrück.
Σήμερα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η αναγκαστική στείρωση μπορεί να διωχθεί ποινικά ως έγκλημα πολέμου ή ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Αναγκαστική στείρωση: Εργαλείο της Ευγονικής
Η αναγκαστική στείρωση αποτελεί εργαλείο της ευγονικής. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η ευγονική ήταν ένα δημοφιλές πεδίο επιστημονικής μελέτης. Υποστήριζε ότι η κοινωνία θα μπορούσε να βελτιωθεί μέσω της επιλεκτικής αναπαραγωγής. Οι υποστηρικτές και οι εφαρμοστές της ευγονικής ονομάζονταν ευγονιστές. Σήμερα, η ευγονική θεωρείται σε μεγάλο βαθμό επιστημονικά απαξιωμένη.
Οι ευγονιστές πίστευαν ότι τα κοινωνικά προβλήματα, όπως η εγκληματικότητα και η φτώχεια, προέρχονταν από κληρονομικούς και όχι περιβαλλοντικούς παράγοντες. Προσπαθούσαν να εντοπίσουν κληρονομικές αιτίες για τα προβλήματα αυτά και πρότειναν βιολογικές λύσεις. Μια από τις προτεινόμενες λύσεις ήταν η στείρωση ατόμων που θεωρούσαν εγκληματικά, κατώτερα ή ηθικά διεφθαρμένα. Πολλοί ευγονιστές υποστήριζαν την εθελοντική ή αναγκαστική στείρωση, προκειμένου να εμποδιστεί η αναπαραγωγή ατόμων τα οποία θεωρούσαν κατώτερα.
Το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας (1933–1945) υιοθέτησε τις αρχές της ευγονικής. Οι Ναζί χρησιμοποίησαν ευγονικά εργαλεία, όπως η αναγκαστική στείρωση, για να στοχοποιήσουν ανθρώπους που θεωρούσαν φυλετικά ή βιολογικά κατώτερους.
Ο Ναζιστικός Νόμος περί Κληρονομικής Υγείας και η Αναγκαστική Στείρωση Ατόμων με Αναπηρίες
Στις 14 Ιουλίου 1933, η ναζιστική δικτατορία θέσπισε τον Νόμο για την Πρόληψη της Γέννησης Απογόνων με Κληρονομικές Παθήσεις (Gesetz zur Verhütung erbkranken Nachwuchses, γνωστό και ως «Νόμο περί Κληρονομικής Υγείας»). Ο νόμος αυτός προέβλεπε την αναγκαστική στείρωση ατόμων που θεωρούνταν ότι έπασχαν από οποιαδήποτε από τις εννέα παθήσεις οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως κληρονομικές και κατονομάζονταν στο κείμενο του νόμου. Οι παθήσεις που κατονομάζονταν στον νόμο ήταν οι εξής:
- «Συγγενής πνευματική καθυστέρηση»
- Σχιζοφρένεια
- «Κυκλική (μανιοκαταθλιπτική) ψυχική νόσος» [γνωστή σήμερα ως διπολική διαταραχή]
- Κληρονομική επιληψία
- «Κληρονομικός χορός του Αγίου Βίτου (χορεία του Huntington)» [γνωστή σήμερα ως νόσος του Huntington]
- Κληρονομική τύφλωση
- Κληρονομική κώφωση
- Σοβαρές κληρονομικές σωματικές δυσμορφίες και
- «Σοβαρός αλκοολισμός»
Στόχος του νόμου ήταν να αποτραπεί η γέννηση παιδιών που θα κληρονομούσαν τις ίδιες παθήσεις.
Κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος, η διάγνωση της «συγγενούς πνευματικής καθυστέρησης» (angeborenem Schwachsinn) εφαρμοζόταν με εξαιρετικά ευρύ τρόπο. Στην κατηγορία αυτή, εντάσσονταν άτομα που θεωρούνταν κοινωνικά αποκλίνοντα ή που δεν μπορούσαν να επιτύχουν σε τεστ τα οποία υποτίθεται ότι μετρούσαν τη νοημοσύνη ή την κοινωνική προσαρμογή. Πολλά άτομα που χαρακτηρίζονταν από αστυνομικούς ή κοινωνικούς λειτουργούς ως «αντικοινωνικά» υποβλήθηκαν σε στείρωση ως «πνευματικά καθυστερημένα». Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν Μαύροι, άτομα μικτής φυλετικής καταγωγής και Ρομά Γερμανοί.
Τα Ειδικά Δικαστήρια Κληρονομικής Υγείας
Σύμφωνα με τον Νόμο περί Κληρονομικής Υγείας, τα άτομα μπορούσαν θεωρητικά να υποβάλουν οικειοθελώς αίτηση για στείρωση. Μπορούσαν επίσης να προταθούν από τρἰτους για στείρωση. Γιατροί, λειτουργοί δημόσιας υγείας, διοικητικοί υπάλληλοι υγειονομικών υπηρεσιών και άλλοι φορείς υπέβαλλαν στις αρμόδιες αρχές τα ονόματα ανθρώπων που θεωρούσαν ότι έπρεπε να στειρωθούν. Κάθε υπόθεση παραπεμπόταν σε ειδικό Δικαστήριο Κληρονομικής Υγείας (Erbgesundheitsgericht, EGG). Τα δικαστήρια αυτά αποτελούνταν από έναν δικαστή, έναν γιατρό δημόσιας υγείας και έναν εξωτερικό ιατρικό εμπειρογνώμονα. Παρότι έδιναν την εντύπωση μιας νόμιμης δικαστικής διαδικασίας, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων αποφάσιζαν υπέρ της αναγκαστικής στείρωσης.
Μόλις το δικαστήριο ενέκρινε την αναγκαστική στείρωση, η επέμβαση πραγματοποιούνταν από εξουσιοδοτημένο γιατρό. Εάν ένας ασθενής αρνιόταν να παρουσιαστεί για την επέμβαση, η αστυνομία μπορούσε να τον εξαναγκάσει να υποβληθεί στη διαδικασία. Εκατοντάδες άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, πέθαναν ως αποτέλεσμα αυτών των αναγκαστικών στειρώσεων.
Συνολικά, εκτιμάται ότι περίπου 400.000 Γερμανοί υποβλήθηκαν σε αναγκαστική στείρωση βάσει του νόμου αυτού.
Αναγκαστική Στείρωση Εκτός Νομικού Πλαισίου Μαύρων και Ρομά στη Ναζιστική Γερμανία
Το ναζιστικό καθεστώς προχώρησε επίσης σε αναγκαστικές στειρώσεις χωρίς νομική βάση. Μεταξύ των θυμάτων αυτής της πρακτικής ήταν Μαύροι, άτομα μικτής φυλετικής καταγωγής και Ρομά.
Αναγκαστική Στείρωση Εκτός Νομικού Πλαισίου Μαύρων και Πολυφυλετικών Ανθρώπων στη Γερμανία
Το ναζιστικό καθεστώς προχώρησε στην αναγκαστική στείρωση εκατοντάδων Μαύρων και πολυφυλετικών ατόμων στη Γερμανία, επειδή οι Ναζί επιδίωκαν να αποτρέψουν τη γέννηση μελλοντικών γενεών αυτών των ομάδων. Επιδίωκαν να αποτρέψουν αυτό που θεωρούσαν «φυλετική ανάμειξη».
Κατά τη δεκαετία του 1930, ένα μυστικό πρόγραμμα της Γκεστάπο συντόνισε την αναγκαστική στείρωση μιας ομάδας παιδιών μικτής φυλετικής καταγωγής στη Ρηνανία, τα οποία οι Ναζί αποκαλούσαν υποτιμητικά «τα μπάσταρδα της Ρηνανίας» (Rheinlandbastarde). Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, έως τα τέλη του 1937, γιατροί είχαν υποβάλει σε αναγκαστική στείρωση τουλάχιστον 385 παιδιά και εφήβους. Επειδή δεν υπήρχε νομική βάση για τις επεμβάσεις αυτές, οι οικογένειές τους δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις ώστε να συναινέσουν.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1939–1945), το ναζιστικό καθεστώς συνέχισε να στειρώνει αναγκαστικά άγνωστο αριθμό Μαύρων και ατόμων μικτής φυλετικής καταγωγής ανθρώπων χωρίς καμία νομική βάση.
Αναγκαστική Στείρωση Ρομά και Σίντι στη Γερμανία
Το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας προχώρησε στην αναγκαστική στείρωση περίπου 2.500 Ρομά για φυλετικούς και βιολογικούς λόγους. Περίπου 500 από αυτές τις στειρώσεις πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του Νόμου περί Κληρονομικής Υγείας. Συχνά επιβάλλονταν κατόπιν σύστασης της αστυνομίας ή έπειτα από τοκετό ή ιατρική περίθαλψη.
Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας προχωρούσε ολοένα και συχνότερα σε αναγκαστικές στειρώσεις Ρομά εκτός οποιουδήποτε νομικού πλαισίου. Οι γερμανικές αρχές υπέβαλαν σε στείρωση άτομα που χαρακτήρισαν ως Zigeunermischlinge («Τσιγγάνους μικτής καταγωγής») αντί να τα εκτοπίσουν στο Auschwitz. Στις αρχές του 1945, ο δρ. Franz Lucas υπέβαλε σε στείρωση περίπου σαράντα Ρομά βετεράνους του γερμανικού στρατού στο ανδρικό στρατόπεδο Ravensbrück. Οι Ρομά υπήρξαν επίσης θύματα σκληρών πειραμάτων στείρωσης σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο Ευνουχισμός στη Ναζιστική Γερμανία
Το ναζιστικό δικαστικό σύστημα θέσπισε επίσης τον ευνουχισμό ως νόμιμη πρακτική. Από τα τέλη του 1933, τα δικαστήρια μπορούσαν να διατάξουν τον υποχρεωτικό ευνουχισμό συγκεκριμένων ατόμων που είχαν καταδικαστεί για σεξουαλικά αδικήματα. Το 1935, τροποποίηση του Νόμου περί Κληρονομικής Υγείας προέβλεπε ότι ένας άνδρας που είχε καταδικαστεί για ορισμένα σεξουαλικά εγκλήματα μπορούσε να επιλέξει τον «εθελοντικό» ευνουχισμό. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη, η επιλογή αυτή θα του επέτρεπε να «απαλλαγεί από μια εκφυλισμένη σεξουαλική ορμή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αδικήματα». Η τροποποίηση αυτή εφαρμόστηκε και σε άνδρες που κατηγορούνταν για παραβίαση της Παραγράφου 175, ης γερμανικής νομοθετικής διάταξης που ποινικοποιούσε τις σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άντρες που φυλακίζονταν βάσει της συγκεκριμένης διάταξης μπορούσαν να εξασφαλίσουν πρόωρη αποφυλάκιση, εάν αποδέχονταν τον ευνουχισμό.
Πειράματα Στείρωσης σε Κρατουμένους Στρατοπέδων Συγκέντρωσης
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, γιατροί διεξήγαγαν ιατρικά πειράματα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πολλά από αυτά τα πειράματα ήταν επώδυνα και συχνά θανατηφόρα. Πραγματοποιήθηκαν σε χιλιάδες κρατούμενους χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Η αναγκαστική στείρωση ήταν ένα από αυτά τα πειράματα.
Από το 1942, ο ερευνητής γυναικολόγος δρ. Carl Clauberg διεξήγαγε ιατρικά πειράματα στο συγκρότημα στρατοπέδων συγκέντρωσης Auschwitz. Στόχος του ήταν να αναπτύξει μια μέθοδο μαζικής στείρωσης χωρίς χειρουργική επέμβαση. Χρησιμοποίησε ως πειραματικά υποκείμενα αρκετές εκατοντάδες γυναίκες, κυρίως Εβραίες. Ο δρ. Clauberg ενέχυσε τοξικές ουσίες στις σάλπιγγές τους, προκαλώντας τη σύμφυσή τους. Οι χημικές αυτές στειρώσεις συχνά οδηγούσαν σε αφόρητους πόνους, σηψαιμία, ανεπάρκεια οργάνων και θάνατο. Καθώς οι σοβιετικές δυνάμεις πλησίαζαν στο Auschwitz, ο δρ. Clauberg μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbrück, όπου συνέχισε τα πειράματα στείρωσης κρατουμένων Ρομά.
Ο αξιωματικός των SS δρ. Horst Schumann διεξήγαγε επίσης πειράματα στείρωσης στο Auschwitz. Χρησιμοποίησε μηχανήματα ακτίνων Χ για την αναγκαστική στείρωση Εβραίων κρατουμένων, ανδρών και γυναικών, εκθέτοντας τα αναπαραγωγικά τους όργανα στις ακτίνες Χ. Οι ακτίνες Χ προκαλούσαν εγκαύματα, σοβαρές παραμορφώσεις και εντονότατο πόνο. Τα πειράματα αυτά είχαν σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα κατάληξη.